Εκπρόθεσμη έφεση σε υπόθεση λαθρεμπορίας – Αθώος για λαθρεμπορία με ζημία του Ελληνικού Δημοσίου άνω των έξι εκατομμυρίων ευρώ.
Το Δικηγορικό Γραφείο Μαυροματάκης Ιωάννης & Συνεργάτες ανέλαβε την υπεράσπιση ναύτη υπηκόου Γεωργίας, ο οποίος είχε καταδικασθεί ερήμην από το Μονομελές Εφετείο Κακουργημάτων Κρήτης το 2014 για το αδίκημα της λαθρεμπορίας προϊόντων καπνού (τσιγάρα), με την κατηγορία ότι προκλήθηκε ιδιαίτερα μεγάλη ζημία στο Ελληνικό Δημόσιο λόγω μη καταβολής δασμών, φόρων και ειδικών φόρων κατανάλωσης, με τη συνολική ζημία να ξεπερνά τα έξι εκατομμύρια ευρώ. Η υπόθεση αφορούσε φορτηγό πλοίο που είχε προσαράξει στην περιοχή του Νότιου Ρεθύμνου.
Το κρίσιμο νομικό ζήτημα της υπόθεσης δεν αφορούσε μόνο την ουσία της κατηγορίας για λαθρεμπορία, αλλά κυρίως το δικαίωμα του κατηγορουμένου να ασκήσει εκπρόθεσμη έφεση κατά της ερήμην καταδίκης του. Το γραφείο μας προχώρησε σε ενδελεχή έλεγχο της δικογραφίας και σχεδίασε ολοκληρωμένη δικονομική στρατηγική. Ασκήθηκε εκπρόθεσμη έφεση, με πλήρη αιτιολόγηση των λόγων που δικαιολογούσαν το εκπρόθεσμο, καθώς και όλα τα προβλεπόμενα ένδικα βοηθήματα για την προστασία των δικαιωμάτων του εντολέα μας, η οποία εκδικάστηκε ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Κρήτης. Κατά τη μελέτη της δικογραφίας διαπιστώθηκε ότι οι επιδόσεις που έγιναν σε εκείνον έπασχαν από ακυρότητα για νομικούς λόγους. Η επιχειρηματολογία βασίστηκε στις διατάξεις του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, στη νομολογία του Αρείου Πάγου σχετικά με τις άκυρες επιδόσεις, στην προστασία του δικαιώματος δικαστικής ακρόασης και στις εγγυήσεις του άρθρου 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Συνεπώς, δεν άρχισε ποτέ η προθεσμία άσκησης εφέσεως και ως εκ τούτου, η έφεση που ασκήθηκε μετά από 12 χρόνια κρίθηκε παραδεκτή και το δικαστήριο έκρινε σε επόμενο στάδιο την ουσία της υπόθεσης.
Παράλληλα, προετοιμάστηκε η υπεράσπιση επί της ουσίας της κατηγορίας για το αδίκημα της λαθρεμπορίας. Συλλέχθηκαν και αξιοποιήθηκαν πραγματογνωμοσύνες, καταθέσεις μαρτύρων, υπηρεσιακά έγγραφα του Τελωνείου, στοιχεία της προδικασίας και προηγούμενες δικαστικές αποφάσεις που αφορούσαν συγκατηγορούμενους στην ίδια υπόθεση. Από τα στοιχεία αυτά προέκυπτε ότι η ευθύνη για το φορτίο και τα συνοδευτικά έγγραφα ανήκε στον πλοίαρχο και όχι στα κατώτερα μέλη του πληρώματος, ενώ δεν υπήρχε κανένα αποδεικτικό στοιχείο ότι ο εντολέας μας γνώριζε το περιεχόμενο του φορτίου ή συμμετείχε σε οποιαδήποτε παράνομη διακίνηση καπνικών προϊόντων. Ο εντολέας μας είχε δευτερεύοντα καθήκοντα στο πλοίο, δεν είχε καμία συμμετοχή στη διαχείριση του φορτίου, δεν είχε πρόσβαση στα τελωνειακά ή ναυτιλιακά έγγραφα και ουδέποτε είχε γνώση της νομιμότητας ή μη του μεταφερόμενου εμπορεύματος.
Η συγκεκριμένη υπόθεση αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα της σημασίας που έχουν οι κανόνες περί επίδοσης, η δυνατότητα άσκησης εκπρόθεσμης έφεσης όταν ο κατηγορούμενος δεν έλαβε ποτέ πραγματική γνώση της καταδικαστικής απόφασης και η ανάγκη ουσιαστικής δικαστικής προστασίας σε σοβαρές υποθέσεις λαθρεμπορίας, τελωνειακών παραβάσεων, φόρων, δασμών και ζημίας του Ελληνικού Δημοσίου.
Παράλληλα, αναδεικνύει τη σημασία της εξειδικευμένης ποινικής υπεράσπισης σε υποθέσεις οικονομικού και τελωνειακού ποινικού δικαίου, όπου η λεπτομερής μελέτη της δικογραφίας, η αξιοποίηση της νομολογίας και η σωστή δικονομική στρατηγική μπορούν να αποδειχθούν καθοριστικές για την αποτελεσματική προάσπιση των δικαιωμάτων του κατηγορουμένου.
