Ευθύνη Ειδικών και Ειδικευόμενων Ιατρών στα χειρουργεία – Πεδία αρμοδιότητας
Το χειρουργείο αποτελεί τον κατεξοχήν χώρο της ιατρικής όπου συναντώνται και τέμνονται οι δράσεις περισσότερων προσώπων. Στο πλαίσιο αυτού του τομέα υψηλού βαθμού συνεργατικής δράσης, πολύ σημαντικό ρόλο για την εύρυθμη λειτουργία του διαδραματίζουν τα πεδία αρμοδιότητας. Η κατανομή των αρμοδιοτήτων διακρίνεται σε κάθετη και οριζόντια, ανάλογα με το αν τα πρόσωπα που συνεργάζονται τελούν το ένα υπό τις οδηγίες του άλλου ή όχι.
Οριζόντια κατανομή αρμοδιοτήτων μεταξύ ειδικών γιατρών
Για να γίνει μία εγχείριση παίρνουν μέρος αρκετοί γιατροί διαφόρων ειδικοτήτων, οι οποίοι συνεργάζονται για έναν κοινό σκοπό. Παλιότερα γινόταν δεκτό ότι την ευθύνη για οποιαδήποτε βλάβη παρουσιαζόταν στο πλαίσιο μιας επέμβασης την είχε ο επικεφαλής χειρουργός, ο οποίος είχε την εποπτεία όλου του χειρουργείου και μάλιστα μπορούσε να επιλέξει τους συνεργάτες του, συμπεριλαμβανομένου και του αναισθησιολόγου. Στη συνέχεια η άποψη αυτή εγκαταλείφθηκε και αντικαταστάθηκε από την ευθύνη ανά τομέα ειδικότητας, η οποία λειτουργεί στη βάση της αρχής της εμπιστοσύνης. Η αρχή αυτή «αποκλείει την πλημμέλεια της συμπεριφοράς, δηλαδή την αντικειμενική παράβαση του καθήκοντος επιμέλειας και μέσω αυτού, την αντικειμενική υπόσταση του εξ αμελείας εγκλήματος. Όποιος κινείται εντός των ορίων εμπιστοσύνης συμπεριφέρεται επιμελώς. Ο επιμελής χειρουργός που ενεργεί lege artis δικαιούται να έχει την εμπιστοσύνη ότι ο αναισθησιολόγος έχει διασωληνώσει ορθά τον ασθενή και παρακολουθεί όπως πρέπει την αναισθησία και δεν υποχρεούται να ελέγξει την ορθότητα των χειρισμών του αναισθησιολόγου, εκτός εάν έχει σαφείς ενδείξεις εσφαλμένης συμπεριφοράς» [Όπως ακριβώς: ΠλημΑθ 13873/2009, ΝοΒ 2009, σ. 1466]. Εάν για παράδειγμα ο γιατρός βλέπει ότι ο αναισθησιολόγος ήταν υπό την επήρεια αλκοόλ πριν το χειρουργείο, πρέπει να τον αντικαταστήσει ή να αναβάλλει την επέμβαση, διαφορετικά δεν αποκλείεται η ευθύνη του.
Κάθετη κατανομή αρμοδιοτήτων μεταξύ ειδικών και ειδικευόμενων γιατρών
Οι ειδικευόμενοι εποπτεύονται από τους ειδικούς, χωρίς να επιτρέπεται σε αυτούς η αυτοδύναμη διεξαγωγή ιατρικών πράξεων, και ειδικά ολόκληρων χειρουργικών επεμβάσεων. Κατ’ εξαίρεση οι επεμβάσεις που θεωρούνται στοιχειώδεις για κάποιον με πτυχίο ιατρικής (π.χ. αιμοληψία, χορήγηση μιας απλής θεραπευτικής αγωγής κ.λπ.), καθώς και εκείνες που επιτρέπει το στάδιο της εκπαίδευσής τους μπορούν να υλοποιηθούν και από ειδικευόμενους. Για τις ιατρικές πράξεις που διεξάγουν μόνοι τους φέρουν την αποκλειστική ευθύνη οι ίδιοι, στις περιπτώσεις που οι πράξεις αυτές υπάγονται στις ανωτέρω εξαιρέσεις, ή όταν αναλαμβάνουν ένα εγχείρημα ενάντια στις υποδείξεις και τις οδηγίες του υπεύθυνου ειδικού, ύστερα από υπερτίμηση των δυνατοτήτων τους ή κακή εκτίμηση της κατάστασης [Τοπάλης Σ. «Η ποινική ευθύνη του ειδικευόμενου ιατρού για σωματική βλάβη ή ανθρωποκτονία από αμέλεια», ό.π., σελ. 1256.].
Γίνεται δεκτό ότι οι ειδικευόμενοι έχουν δικαίωμα να αρνούνται ιατρικές πράξεις όταν κρίνουν ότι δεν είναι ικανοί επιστημονικά-πνευματικά, σωματικά ή ψυχολογικά να τις φέρουν εις πέρας [Τοπάλης Σ, ό.π., σελ. 1256]. Επίσης έχουν υποχρέωση να εναντιώνονται στο να κάνουν πράξεις που τους προτείνονται από τους ειδικούς, ενώ κρίνουν ότι δεν είναι σωστές για τη συγκεκριμένη περίπτωση [Καϊάφα-Γκμπάντι Μ., Ποινική ιατρική ευθύνη από αμέλεια σε πεδία κατανομής αρμοδιοτήτων, ό.π., σ. 71.]. Αντίστοιχα, δεν τους επιτρέπεται να προβαίνουν αυτόνομα στη διενέργεια της κατά τη γνώμη τους ορθής πράξης, γιατί την ευθύνη τη φέρει πάντα ο ειδικός θεράπων ιατρός. Βασική υποχρέωση των ειδικευόμενων είναι να ειδοποιούν τον ειδικό για την ανάγκη συνδρομής του σε ένα περιστατικό [ΑΠ 669/2011, ΑΠ 1308/2011]. Και προς αποφυγήν τυχούσας ευθύνης, να μην αναλαμβάνουν κάτι που δεν είναι σίγουροι ότι μπορούν, ακόμα και εάν ο ειδικός ιατρός επιμένει να δίνει οδηγίες δια τηλεφώνου, αντί να προσέλθει ο ίδιος. Το κρίσιμο στοιχείο της αμέλειας, όπως αυτή προσδιορίζεται από το άρθρο 28 του Ποινικού Κώδικα, είναι ο όρος «έλλειψη προσοχής που ….. μπορούσε να καταβάλλει». Το κρίσιμο στην υπεράσπιση ενός ειδικευόμενου είναι το ότι εκείνος κατά κύριο λόγο δεν μπορούσε να καταβάλλει μεγαλύτερο επίπεδο επιμέλειας – προσοχής σε σχέση με τον ειδικό θεράποντα ιατρό.
Ο ειδικός γιατρός οφείλει πάντοτε να εποπτεύει τον ειδικευόμενο και αν δεν το πράξει, ευθύνεται και αυτός για το βλαπτικό αποτέλεσμα που τυχόν θα επέλθει. Στις περιπτώσεις που η δράση ειδικού και ειδικευόμενου συμπίπτει στην αντιμετώπιση ενός περιστατικού, κρίσιμο ρόλο παίζει το κατά πόσον οι δυο τους λειτουργούν ισοδύναμα σύμφωνα με τη θεσμικά διατεταγμένη ροή των πραγμάτων, δηλαδή κατά πόσο η δράση τους στην ιατρική πράξη είναι ίδιας σημασίας με βάση τις υποχρεώσεις τους που πηγάζουν από τον Κώδικα Ιατρικής Δεοντολογίας. Εξετάζεται δηλαδή σε αντικειμενικό επίπεδο εάν ειδικός και ειδικευόμενος συνδιαμορφώνουν πράγματι τη βλαπτική πράξη, ανεξάρτητα από το εάν λειτουργούν ταυτόχρονα ή διαδοχικά (όπου στη δεύτερη περίπτωση αναλαμβάνει ο ειδικός γιατρός μετά από κάποιες ενέργειες του ειδικευόμενου) [Μαρίνα Δημοπούλου, ΠΟΙΝΙΚΗ ΕΥΘΥΝΗ ΣΤΗΝ ΑΣΚΗΣΗ ΤΗΣ ΧΕΙΡΟΥΡΓΙΚΗΣ, ΒΙΟΗΘΙΚΕΣ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΕΣ ΟΨΕΙΣ ΤΟΥ ΙΑΤΡΙΚΟΥ ΣΦΑΛΜΑΤΟΣ, ΙΚΕΕ ΑΠΘ Δημοσιευμένη Διπλωματική Διατριβή – Θεσσαλονίκη Οκτώβριος 2016, σελ 178.]. Εφόσον λοιπόν θεσμικά έπρεπε να συμπράξουν αυτά τα δύο πρόσωπα, τότε εξετάζουμε την αιτιώδη συνάφεια για να καταλήξουμε στο τίνος η πράξη ή παράλειψη οδήγησε στο επελθόν αποτέλεσμα και μάλιστα σε τι ποσοστό.
Το Δικηγορικό Γραφείο Μαυροματάκη Ιωάννη διαθέτει εμπειρία στη διαχείριση υποθέσεων ιατρικής αμέλειας με στρατηγική προσέγγιση και αποτελεσματικότητα.
