ΑΠΑΤΗ ΕΠΙΧΟΡΗΓΗΣΕΩΝ
Στο παρόν άρθρο εξετάζει συστηματικά το αδίκημα της απάτης σχετικά με επιχορηγήσεις (άρθρο 386Β ΠΚ), το οποίο εισήχθη με τον Ν. 4619/2019, επιχειρώντας να καλύψει ένα σημαντικό νομοθετικό κενό στην ποινική αντιμετώπιση της απάτης επιδοτήσεων, η οποία μέχρι πρότινος υπαγόταν στην κοινή απάτη του άρθρου 386 ΠΚ με εμφανείς δογματικές δυσχέρειες. Εκτενέστερη ανάλυση με επιστημονικές παραπομπές είναι δημοσιευμένη στο νομικό περιοδικό Ποινική Δικαιοσύνη, τόμος 11/2023 σελ. 1192-1197.
Καταρχάς, ως προς την έννοια της επιχορήγησης, επισημαίνεται ότι ο Έλληνας νομοθέτης δεν παρέχει ρητό ορισμό, γεγονός που δημιουργεί σοβαρά προβλήματα ασφάλειας δικαίου και έχει οδηγήσει μέρος της θεωρίας ακόμη και σε προβληματισμούς περί αντισυνταγματικότητας λόγω αοριστίας . Σε αντίθεση με το γερμανικό δίκαιο (§264 StGB), όπου ορίζεται σαφώς ότι το όφελος πρέπει να προέρχεται από δημόσιους πόρους, η ελληνική διάταξη εμφανίζεται ευρύτερη. Στη θεωρία διατυπώνονται τρεις βασικές προσεγγίσεις: (α) περιοριστική, που συνδέει την επιχορήγηση αποκλειστικά με κρατικούς πόρους, (β) ευρεία, που περιλαμβάνει κάθε παροχή προς εξυπηρέτηση κοινωνικού σκοπού ανεξαρτήτως προέλευσης, και (γ) ενδιάμεση, κατά την οποία κρίσιμο στοιχείο είναι η διαχείριση από δημόσια αρχή, ανεξάρτητα από την πηγή των χρημάτων . Η τελευταία άποψη προκρίνεται ως δογματικά ασφαλέστερη, ιδίως υπό το φως της αιτιολογικής έκθεσης του Ν. 4689/2020, η οποία επιδιώκει ορολογική εναρμόνιση με το ενωσιακό δίκαιο.
Ως προς το προστατευόμενο έννομο αγαθό, η κρατούσα άποψη τοποθετείται υπέρ της προστασίας της περιουσίας, δεδομένης της ένταξης του άρθρου 386Β στα εγκλήματα κατά της περιουσίας και της έμφασης που δίνεται στο ύψος της επιχορήγησης ως κριτήριο ποινικής απαξίας . Παράλληλα, έχει υποστηριχθεί και η ύπαρξη υπερατομικών εννόμων αγαθών, όπως η «κρατική οικονομική τάξη» ή η προστασία των οικονομικών συμφερόντων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ιδίως στο πλαίσιο των ευρωπαϊκών επιχορηγήσεων . Ωστόσο, η αναγνώριση τέτοιων υπερατομικών αγαθών εγκυμονεί κινδύνους υπερδιεύρυνσης του αξιοποίνου και αντίκειται στην αρχή του ποινικού δικαίου ως ultima ratio, γι’ αυτό και η προσέγγιση της περιουσίας ως κεντρικού εννόμου αγαθού κρίνεται προτιμητέα.
Κομβικό ζήτημα αποτελεί η φύση του εγκλήματος, δηλαδή αν πρόκειται για έγκλημα βλάβης ή διακινδύνευσης. Η μελέτη υποστηρίζει ότι το άρθρο 386Β ΠΚ τυποποιεί έγκλημα συγκεκριμένης διακινδύνευσης της περιουσίας, καθώς η τέλεσή του προϋποθέτει την έγκριση της επιχορήγησης, γεγονός που δημιουργεί άμεσο και συγκεκριμένο κίνδυνο περιουσιακής ζημίας . Η περιουσιακή βλάβη δεν απαιτείται για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος, αλλά ενδέχεται να επέλθει σε μεταγενέστερο στάδιο με την καταβολή της επιχορήγησης. Αντιθέτως, η άποψη που θεωρεί το αδίκημα ως αφηρημένης διακινδύνευσης, ανεξάρτητο από την ύπαρξη συγκεκριμένου κινδύνου, κρίνεται ασθενέστερη και ενδοσυστηματικά αντιφατική .
Συναφές είναι το ζήτημα της νομικής φύσης της προϋπόθεσης «ικανοποίησης του αιτήματος» για επιχορήγηση. Η διχογνωμία εστιάζεται στο αν πρόκειται για στοιχείο της αντικειμενικής υπόστασης ή για εξωτερικό όρο του αξιοποίνου. Η μελέτη υιοθετεί τη θέση ότι η έγκριση της επιχορήγησης αποτελεί στοιχείο της αντικειμενικής υπόστασης, καθώς συνιστά το άμεσο αποτέλεσμα της παραπλανητικής συμπεριφοράς του δράστη και σηματοδοτεί την ολοκλήρωση της επικίνδυνης κατάστασης για την περιουσία . Η αντίθετη άποψη, που τη θεωρεί εξωτερικό όρο, οδηγεί σε δογματικές αντιφάσεις, ιδίως ως προς τη δυνατότητα τιμώρησης της απόπειρας.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η σχέση του άρθρου 386Β ΠΚ με την κοινή απάτη (386 ΠΚ) και την ευρωαπάτη (άρθρο 24 Ν. 4689/2020), στο πλαίσιο της ευρύτερης ποινικής αντιμετώπισης της απάτης επιδοτήσεων και της προστασίας των ευρωπαϊκών επιχορηγήσεων. Η μελέτη απορρίπτει την άποψη περί σχέσης ειδικότητας μεταξύ των άρθρων 386 και 386Β και υποστηρίζει ότι το τελευταίο συνιστά ιδιώνυμο έγκλημα, το οποίο τυποποιεί μια ιδιαίτερη μορφή απατηλής συμπεριφοράς. Συνεπώς, σε περίπτωση συνδρομής των προϋποθέσεων και των δύο διατάξεων, εφαρμόζεται η αρχή της απορρόφησης υπέρ του βαρύτερου εγκλήματος. Αντίστοιχα, ως προς την ευρωαπάτη, η ύπαρξη ρητής ρήτρας επικουρικότητας οδηγεί σε φαινομενική συρροή υπέρ της βαρύτερης διάταξης, εξασφαλίζοντας την ορθολογική εφαρμογή του ποινικού πλαισίου προστασίας των οικονομικών συμφερόντων της ΕΕ .
Συμπερασματικά, η εισαγωγή του άρθρου 386Β ΠΚ αποτελεί σημαντικό βήμα για την ενίσχυση της ποινικής προστασίας έναντι της απάτης σχετικά με επιχορηγήσεις, ιδίως στο πλαίσιο της αυξημένης σημασίας των κρατικών και ευρωπαϊκών χρηματοδοτήσεων. Ωστόσο, η διάταξη χαρακτηρίζεται από σημαντικές ερμηνευτικές ασάφειες και δογματικές ατέλειες, οι οποίες καθιστούν αναγκαία την περαιτέρω νομοθετική επεξεργασία και τη διαμόρφωση σταθερής νομολογίας, προκειμένου να επιτευχθεί μια συνεκτική και αποτελεσματική ποινική αντιμετώπιση της απάτης επιδοτήσεων και των συναφών μορφών οικονομικού εγκλήματος .
